Έξι μήνες αναγνώσεων

Θα μπορούσε να είναι ένα blogpost ημερολογιακής μορφής, άλλωστε οι 6 μήνες βοηθούν σ’ αυτό. Θα μπορούσε να είναι ένας σύντομος οδηγός προτάσεων βιβλίων που είτε διάβασα είτε θέλω να διαβάσω. Θα μπορούσε να είναι ένα ακόμη άρθρο για τα Ξεφυλλίσματά μου. Ίσως πάλι να είναι και όλα αυτά, ή μήπως όχι; Σίγουρα δεν έχω αφήσει απογοητευμένους τους ακολούθους αυτού του blog καθώς στο fun page του ήμουν αρκετά ενεργή και γεμάτη προτάσεις ή σχόλια. Δεν είδα όσες ταινίες ή σειρές θα ήθελα, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Αυτό το διάστημα διάβασα πολλές εφημερίδες, ψηφιακές ή έντυπες. Συνάντησα δυνατά άρθρα, γιατί η πραγματικότητα ξεπερνά ό,τι είχες θεωρήσει ως δεδομένο. Επίσης, άκουσα πολλά πολιτικο-κοινωνικά podcast, αλλά και λογοτεχνικά. Και τέλος, διάβασα αρκετά ξεχωριστά βιβλία, για τα οποία νιώθω μεγάλη χαρά που βρέθηκαν στον δρόμο μου. 

Μπήκαμε επισήμως στο καλοκαίρι και σίγουρα θα γραφτούν πολλά κείμενα για τα βιβλία που «πρέπει» να διαβάσει κανείς αυτό το διάστημα της ραστώνης. Ήδη προσπαθώ να βάλω και εγώ σε μια σειρά τις επιλογές των διακοπών μου. Ωστόσο τα μεγάλα αφιερώματα των εφημερίδων ή των sites πάντα με άγχωναν. Γι’ αυτό φέτος, ήδη από το ξεκίνημα της νέας χρονιάς, αν και η λίστα των βιβλίων που είχα ή απέκτησα μεγάλωνε συνεχώς, διάβασα 18 βιβλία που το ένα με οδηγούσε στο άλλο. Ήταν τυχαίες επιλογές, αλλά αρκετά απολαυστικές αναγνωστικά. Βέβαια, ίσως μόνο μία να ήταν η προτεραιότητα που έθεσα φέτος: ότι ήθελα να διαβάσω αρκετή ελληνική λογοτεχνία (είτε ποίηση, είτε πεζογραφία, είτε διηγηματογραφία). Γιατί, φυσικά και αγαπάμε τη μεταφρασμένη λογοτεχνία, αλλά και η εγχώρια παραγωγή έχει αρκετά διαμάντια.

<<>>

Το 2022, λοιπόν, ξεκίνησε έχοντας ακόμη στο μυαλό μου δύο έργα ελλήνων συγγραφέων που είχα διαβάσει την προηγούμενη χρονιά. Είναι βιβλία που είναι εύκολα προσβάσιμα στη βιβλιοθήκη μου, καθώς θεωρώ ότι μία ανάγνωση τους δεν είναι ποτέ αρκετή. Οι «Μικρές Αυτοκρατορίες» του Χρήστου Αστερίου και το «Τι είναι ένας κάμπος» της Νάσιας Διονυσίου κυκλοφορούν σε εξαιρετικά προσεγμένη μορφή από τις αγαπημένες εκδόσεις Πόλις. Η ταυτόχρονη κυκλοφορία τους ήταν μια ενδιαφέρουσα συγκυρία καθώς ασχολούνται μυθιστορηματικά με κομμάτια της Ιστορίας και καταφέρνουν με τον μεστό τους λόγο να ανανεώνουν το χώρο των μυθοπλαστικών αναγνωσμάτων που καταπιάνονται με άγνωστες σελίδες του ιστορικού χρόνου. Ήταν επίσης πολύ όμορφο το γεγονός ότι γνώρισα και τους δύο συγγραφείς στις αντίστοιχες παρουσιάσεις τους και με έκαναν να εκτιμήσω ακόμη περισσότερο το έργο τους. Στο ίδιο κλίμα, δηλαδή ένα βιβλίο που έχω δίπλα μου από πέρυσι, είναι τα «Χρόνια» της Annie Ernaux (εκδ.Μεταίχμιο,μτφ.Ρίτα Κολαΐτη). Το όνομά και το έργο της θα ακουστεί πολλές φορές φέτος, καθώς η επικαιρότητα μπορεί να ξεπερνά και τις λογοτεχνικές μας επιλογές. Το βιβλίο της «Το γεγονός» καθώς και η κινηματογραφική του μεταφορά μας δείχνουν με τον πιο δυνατό τρόπο τι σημαίνει οπισθοδρόμηση μιας κοινωνίας που θεωρεί την άμβλωση παράνομη. Σας θυμίζει κάτι;

Η χρονιά μου συνεχίστηκε με ελληνική ποίηση, σύγχρονων ελλήνων συγγραφέων, που ομολογώ ότι δεν μπορώ να εντάξω σε κάποια σχολή ή ένα συγκεκριμένο είδος ποίησης. Μπορώ να πω με σιγουριά όμως, ότι ήταν πολύ ενδιαφέρουσες πένες. Με ιντρίγκαραν υφολογικά! Αξίζει να αναζητήσετε και να ξεφυλλίσετε, προτού τυχόν αποκτήσετε, τα έργα των Κώστα Καναβούρη, Αλέξη Καλοκαιρινού και Δημήτρη Αγγελή (εκδ.Πόλις όλα). Η συλλογή που ήθελα να αποκτήσω εδώ και καιρό και το έκανα μέσω του bazaar των Εκδόσεων Καστανιώτη ήταν τα Ποιήματα (1971-2008) του Αναστάση Βιστωνίτη. Δεν έχω ολοκληρώσει ακόμη την ανάγνωσή τους καθώς απολαμβάνω αργά μια εξαιρετική εργογραφία! Για να ολοκληρώσω τον κύκλο της ποίησης, την ίδια περίοδο διαβάζω μια σημαντική έκδοση των ελληνικών μεταφραστικών γραμμάτων που αφορά την αμερικανίδα  Emily Dickinson: η εξαιρετικά προσεγμένη και επιμελημένη κυκλοφορία από τις εκδόσεις Gutenberg (Λιάνα Σακελλίου/ μετάφραση-ανθολόγηση-επιμέλεια, Άρτεμις Γρίβα & Φρόσω Μαντά μτφ.) μας εισάγει μοναδικά στον τρόπο σκέψης και γραφής (αλλά και ζωής) μιας σπάνιας γυναικείας προσωπικότητας, σε μια εποχή που ήταν μια επαναστατική μορφή λόγω των επιλογών της κόντρα σε όλα.

Η έναρξη της επαφής με την ελληνική λογοτεχνία έγινε με μια γυναικεία συγγραφική πένα που ήθελα να διαβάσω εδώ και πολύ καιρό. Τα έργα της Ελένης Πριοβόλου και συγκεκριμένα η «Τριλογία των Αθηνών» (εκδ.Καστανιώτη) της βρίσκονται ήδη στη βιβλιοθήκη μου, όμως η πρώτη μου επαφή μαζί της ήταν με το πιο πρόσφατο έργο της «Μια στιγμή μέσα στο χρόνο» (εκδ.Καστανιώτη). Το βιβλίο είναι ένα άκρως ενδιαφέρον πέρασμα της ελληνικής ιστορίας από τον Μεσοπόλεμο και μετά μέσω των μυθοπλαστικών βιωμάτων του ήρωα-πρωταγωνιστή της, τον οποίο, δυστυχώς, δεν συμπάθησα καθόλου. Ωστόσο, δεν θα χαρακτήριζα το βιβλίο αμιγώς ιστορικό μυθιστόρημα.
Η πένα της είναι σε ορισμένα σημεία κορυφαία, ενώ σε άλλα αρκετά βατή.
Παρακολουθούμε φιλοσοφικές συζητήσεις, πρόσωπα γνωστά και άγνωστα, εγχώρια και μη, στο βάθος βρίσκεται ως φόντο ένα Παρίσι, αλλά και πολλά άλλα που έχει να δώσει αυτό το μυθιστόρημα στον αναγνώστη του. Βέβαια, μέχρι το τέλος ένιωθα ότι κάτι του λείπει, αλλά ακόμη δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Αυτό που μένει, τελικά, είναι ότι η πρώτη μου επαφή μαζί της δεν θα είναι και η τελευταία!

Συνεχίζοντας στο ίδιο ελληνικό κλίμα, είχα την χαρά να διαβάσω άμεσα το νέο μυθιστόρημα της Μαρίας Γαβαλά «Ο μικρός Γκοντάρ» (εκδ.Πόλις). Η συγγραφέας ανήκει ήδη στις αγαπημένες μου πένες, καθώς συνδυάζει τις λογοτεχνικές της ικανότητες με τις ιστορικές της γνώσεις και αναζητήσεις, αλλά και προβληματισμούς. Αυτή τη φορά έχουμε έναν ενδιαφέροντα μονόλογο μιας ηρωίδας, η οποία περνάει τα φοιτητικά της χρόνια στο Παρίσι την ίδια περίοδο με τη Χούντα στην Ελλάδα. Η συγγραφέας μας παρουσιάζει εξαιρετικά το προσωπικό-ατομικό βίωμα να γίνεται συνολικό μέσα από όσα ζουν η ηρωίδα και άλλα πρόσωπα που την περιβάλλουν. Τόσο η πολιτικοκοινωνική κατάσταση της Ελλάδας, αλλά και της Γαλλίας (Μάης του ’68, Αλγερινό ζήτημα κτλ.) είναι αυτά που θα παίξουν ρόλο στα σταδιακά βήματα ωρίμανσης και ενηλικίωσης της. Το βιβλίο αναδεικνύει την αγάπη της συγγραφέως για τον Κινηματογράφο, αλλά και το ρόλο της Τέχνης και των μέσων της, όπως το ντοκιμαντέρ, στη διατήρηση της Μνήμης και της διάδοσης των ιστορικών γεγονότων. Για μια ακόμη φορά η Γαβαλά με οδηγεί να γεμίζω σημειώσεις και υπογραμμίσεις το βιβλίο της, όπως έκανε και στο προηγούμενό της «Κόκκινος Σταυρός» (εκδ.Πόλις)! Υπάρχουν μοναδικές σελίδες που εκφράζουν με δυναμικότητα και πάθος αλήθειες που ίσως κάποιοι ακόμη δυσκολεύονται να παραδεχτούν… «ο πολιτικός κινηματογράφος μπορεί να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα, την υλικότητα της σάρκας, και να διατυπώνει τον λόγο του σώματος (…) Το σημαντικό γεγονός υπάρχει. Είναι καταγεγραμμένο στις χαμένες μαρτυρίες των ανθρώπων (ανάδειξη της αξίας της προφορικότητας και των μαρτυριών στην ιστορική γνώση)(…) Επιδιώκαμε να φέρουμε στο φως ιστορίες ειπωμένες αλλιώς, για να διαβαστούν όπως θα διαβάζονταν μέσα από βιβλίο. Φοβερό βιβλίο που αξίζει να αναζητηθεί! Αν μπορώ να προσθέσω κάτι τελευταίο σχετικά με αυτό το βιβλίο είναι ότι για όποιον έχει αγαπήσει την πένα του Jean-Michel Guenassia (Η Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων/μτφ.Φωτεινή Βλαχοπούλου & οι Χώρες της επαγγελίας/μτφ. Χαρά Σκιαδέλλη εκδ.Πόλις) θα βρει στο έργο της Γαβαλά ένα παρόμοιο κλίμα. Οπότε διαβάστε όλα τα παραπάνω (αν δεν το έχετε κάνει ήδη)!

Ένα βραβείο καθορίζει την πορεία ενός βιβλίου; Για εμένα όχι! Το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2020 δόθηκε στο έργο του Ηλία Μαγκλίνη «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» (εκδ.Μεταίχμιο) και εγώ το απέκτησα στην 7η ανατύπωσή του. Για εμένα ο Μαγκλίνης είναι ένας από τους αγαπημένους μου αρθρογράφους, που έχω γνωρίσει μέσω της εφημερίδας Καθημερινή και συλλέγω ανελλιπώς τα άρθρα του, τις κριτικές του αναλύσεις και οτιδήποτε μπορεί να υπογράψει! Όποιος γνωρίζει πώς γράφει δεν θα παραξενευτεί που καταπιάστηκε με ένα μεγαλύτερο σε όγκο κείμενο, όπως αυτό το μυθιστόρημα, το οποίο εξιστορεί την άτυπη βιογραφία του πατέρα του. Το βιβλίο είναι πάρα πολύ δυνατό σε συναισθήματα και εικόνες! Πολύ εύκολα παραβλέπεται το (αυτό)βιογραφικό στοιχείο και το αντιμετωπίζει κανείς ως ένα ακόμη εξαιρετικά προσεγμένο μυθιστόρημα, το οποίο κρύβει φυσικά και θέματα για τα οποία ενδιαφέρεται κατά καιρούς ο Μαγκλίνης. Βέβαια δεν είναι τυχαίο που στο επόμενο βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε, εξιστορεί την ιστορία του παππού του, ο οποίος συμμετείχε στην Μικρασιατική Εκστρατεία, και στο τρέχον βιβλίο δολοφονείται σημαδεύοντας τη ζωή του πατέρα του Μαγκλίνη. Νομίζω ότι έχει πολύ ενδιαφέρον να κοιτάξουμε αυτό το είδος λογοτεχνίας, που μπλέκει την πραγματικότητα με τη μυθιστορία, γιατί θα συναντήσουμε ήρωες οι οποίοι έζησαν στις παρυφές της επίσημης Ιστορίας και καθόρισαν (άθελά τους;) πολλές ζωές.

Την προηγούμενη χρονιά, εν μέσω lock down, είχα ακούσει ένα από τα πιο πετυχημένα podcast του Νίκου Μπακουνάκη στη Lifo με προσκεκλημένη την Αμάντα Μιχαλοπούλου. Νομίζω ότι πρέπει να είναι και το πρώτο που κυκλοφόρησε στη σειρά του σχετικά με τους συγγραφείς και τα βιβλία. Η αφορμή ήταν η μετάφραση του βιβλίου της «Η γυναίκα του θεού» (εκδ.Καστανιώτη) και η κυκλοφορία του στο εξωτερικό. Τι υπέροχη συζήτηση ήταν αυτή! Έπρεπε να το διαβάσω αυτό το βιβλίο! Εκ προοιμίου να πω ότι δεν είμαι λάτρης των φιλοσοφικών ή θρησκευτικών βιβλίων, νιώθω ότι με κουράζουν αντί να με προβληματίζουν. Ωστόσο αυτό το έργο κατατάσσεται άνετα στα πιο ιδιαίτερα αναγνώσματά μου! Όταν το ολοκλήρωσα αναρωτήθηκα τι είχα μόλις διαβάσει; Μια φιλοσοφική πραγματεία για τη ζωή της γυναίκας ή ένα μυθιστόρημα; Πρέπει να είσαι έτοιμος να διαβάσεις αυτό το βιβλίο και να έρθεις αντιμέτωπος με πολλές σκέψεις που λογικά θα σου γεννηθούν! Μην το εγκαταλείψεις, γιατί μπορεί να σε εκπλήσσει εκεί που δεν το περιμένεις…

Παράλληλα με τις αναγνώσεις μυθιστορημάτων αναζήτησα και τη νέα συλλογή διηγημάτων της Βίβιαν Στεργίου «Δέρμα» (εκδ.Πόλις). Μια συγγραφική φωνή που ανήκει στη δική μου γενιά και διαβάζω με πολύ ενδιαφέρον το πολιτικοκοινωνικό της σχόλιο κάθε εβδομάδα στη Lifo. Ήταν μια ζωντανή συλλογή, που υιοθετούσε έναν προφορικό λόγο θα έλεγα, όχι τόσο λυρικά λογοτεχνικό, με θέματα επίκαιρα που αφορούν τη δική μας σύγχρονη, σκληρή πραγματικότητα. Νέοι που αναζητούν ένα καλύτερο επαγγελματικό, και όχι μόνο, μέλλον στο εξωτερικό, σπουδές χωρίς επαγγελματικό αντίκρισμα και πολλά άλλα. Μπορεί να μην ταυτίστηκα με τις εμπειρίες των ηρώων της, αλλά «είδα» πολλά γνωστά πρόσωπα σε αυτά. Είναι σημαντικό να υπάρχουν και τέτοιες συγγραφικές φωνές που αποτυπώνουν το σήμερα και εκφράζουν μια άλλη οπτική γωνία, διαφορετική από των «μεγάλων».

Κλείνοντας τον ελληνικό αναγνωστικό κύκλο, έχω να αναφέρω δύο μαγευτικά βιβλία της Λένας Διβάνη. Λογοτεχνικά είναι η πρώτη φορά που έρχομαι σε επαφή με την πένα της, καθώς έχω γνωρίσει μόνο το ακαδημαϊκό έργο της γύρω από το χώρο της Ιστορίας. Ωστόσο και αυτή τη φορά δεν διάβασα αμιγώς λογοτεχνικά έργα, αλλά μια μείξη ιστορικής πληροφορίας με μυθιστορηματική αφήγηση. Τα βιβλία «Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας» και «Ονειρεύτηκα τη Διδώ» (όλα εκδ.Πατάκη) είναι αριστουργηματικά! Με ένα ανάλαφρο ύφος, όχι επιτηδευμένο ή στείρο γεγονοτολογικά, παρουσιάζει μοναδικά στιγμές και ανθρώπους που σημάδεψαν την ελληνική ιστορία, σε βάθος χρόνου, και σε κάνει κοινωνό σε πληροφορίες, γεγονότα, απόψεις και ιδέες με έναν ξεχωριστό τρόπο γνώσης!

<<>>

Οι περισσότερες επιλογές ξενόγλωσσης λογοτεχνίας που διάβασα αυτό το διάστημα, δεν το κρύβω, αλλά βασίστηκαν στους μεταφραστές τους ή στους συγγραφείς, που ορισμένοι είναι παλιοί γνώριμοί μου και ξεχωριστοί. Λόγου χάρη «Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν» του Juan-Gabriel Vasquez (μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης/ εκδ.Ίκαρος) ήταν ένα από τα βιβλία ενός αγαπημένου συγγραφέα του οποίου επιθυμώ να διαβάσω το σύνολο της εργογραφίας του που κυκλοφορεί στα ελληνικά. Θέλω να πιστεύω ότι το επόμενο διάστημα θα διαβάσω και το πιο πρόσφατο έργο του «Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω» καθώς ο συγγραφέας είναι ένας εξαιρετικός παραμυθάς και μοναδικός αφηγητής!

Στο ίδιο κλίμα τα δύο βιβλία του εξίσου αγαπημένου Fabio Stassi «Κάθε σύμπτωση έχει ψυχή» και «Σκοτώνω όποιον θέλω» (όλα εκδ.Ίκαρος) είναι ξεκάθαρα επιλογές γεωγραφικές, καθώς αδυναμίες είναι αυτές! Έχουμε την τύχη τα τελευταία χρόνια να γνωρίσουμε πολύ ξεχωριστές ιταλικές σύγχρονες λογοτεχνικές φωνές, σε εξίσου ξεχωριστές μεταφράσεις. Η μεταφράστρια τους Δήμητρα Δότση μας σύστησε από το 2018 έναν ιδιαίτερο ιταλό συγγραφέα, ο οποίος γράφει βιβλία για την αγάπη του για τα βιβλία! Ο τρόπος που εντάσσει διάφορα λογοτεχνικά έργα μέσα στα βιβλία του (κυκλοφορούν μέχρι στιγμής τρία) είναι μοναδικός και λυρικός! Είναι ένας λαβύρινθος από τον οποίο δεν θέλεις να βγεις! Είχα την τύχη να τον ακούσω στα πλαίσια της ψηφιακής λέσχης ανάγνωσης In the same book και εντυπωσιάστηκα από την ευρυμάθεια και τη συνδυαστική του σκέψη, καθώς μάλλον ο ήρωας των βιβλίων του είναι ένα alter ego του. Ο Κώστας Κυριακόπουλος υπογράφει ένα εύστοχο κείμενο εντυπώσεων από εκείνη την ψηφιακή συνάντηση. Εγώ από την άλλη διάβασα απνευστί τα δύο αυτά βιβλία και τα απόλαυσα  για μια ακόμη φορά όπως είχα κάνει πριν από χρόνια με το πρώτο του!

Μεταφερόμαστε λίγο τώρα στη Γαλλία, καθώς είναι ένας αγαπημένος λογοτεχνικός χώρος από τον οποίο έχουν γεννηθεί εξίσου αγαπημένα βιβλία. Οι «Κόκκινες Ψυχές» (μτφ.Στέλα Ζουμπουλάκη/εκδ.Πόλις) ήταν από τα βιβλία που τα «κουβαλούσα» για καιρό μαζί μου αναγνωστικά. Δυστυχώς υπήρχαν στιγμές που λόγω παράλληλων αναγνώσεων εγκατέλειπα αυτό το βιβλίο-διαμάντι. Ωστόσο το ολοκλήρωσα και έσπευσα να αποκτήσω και το δεύτερο έργο του συγγραφέα «Αφέντες και δούλοι» (μτφ. Γιάννης Καυκιάς/εκδ.Πόλις).  Πώς μπορείς να μάθεις Ιστορία μέσα από ένα λογοτεχνικό έργο; Και όμως ο Paul Greveillac το κατάφερε! Ένας γάλλος, λοιπόν, καταπιάνεται με τη Σοβιετική Ιστορία και μάλιστα με το κομμάτι της πολιτιστικής ιστορίας της χώρας που είχε ως σημαία της την προπαγάνδα, αλλά και τη φίμωση οποιουδήποτε διαφωνούσε με την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε. Πλήθος πολιτιστικών πληροφοριών, εικόνων, απόψεων, πολιτικών γεγονότων και συναισθημάτων περνούν από μπροστά μας σε ένα βιβλίο-ποταμός. Από τον θάνατο του Στάλιν ως την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού όλα τα πιστεύω και οι ματαιώσεις τους γίνονται ένα και η Τέχνη βγαίνει νικήτρια! Βέβαια, ταυτόχρονα με όλα αυτά οι ήρωες, ένας Ρώσος και ένας Ουκρανός (τι ειρωνεία, σωστά;) αποδεικνύουν ότι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι αυτές που θα βοηθήσουν έναν άνθρωπο να επιβιώσει μέσα στον παραλογισμό της φίμωσης! Είναι ένα απαιτητικό βιβλίο που δικαίως διεκδικεί την προσοχή του αναγνώστη!

Ακολουθεί ένα ακόμη πρόσφατα βραβευμένο βιβλίο στην αναγνωστική μου παρέα! «Η Υπόσχεση» (εκδ.Διόπτρα) κατέκτησε το βραβείο Booker το 2021. Τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ συστηματικά τον θεσμό με πολύ ενδιαφέρον και ομολογώ ότι δεν έχω απογοητευτεί από τις τελικές «λίστες». Όταν ανακοινώθηκε το βραβείο είχα την τύχη να βρίσκομαι στον ίδιο ψηφιακό χώρο με τη μεταφράστριά του, η οποία πίστευε πάρα πολύ σ’ αυτό το βιβλίο. Η Κλαίρη Παπαμιχαήλ δεν είχε άδικο! Ο νοτιοαφρικανός Damon Galgut πραγματεύεται ένα καυτό πολιτικό και κοινωνικό θέμα μέσα από τη ζωή μιας περίεργης οικογένειας. Με κομβικό σημείο, σχεδόν ανά δεκαετία, τις κηδείες των μελών της αναδεικνύεται ένα σημαντικό ζήτημα που δεν έχει επιλυθεί εδώ και χρόνια: κατά πόσο έχουν δικαίωμα οι μαύροι (συν)κάτοικοι και υπηρέτες της οικογένειας να κληρονομήσουν γη, αλλά και οίκημα, από τα λευκά αφεντικά; Τι σημαίνει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας σε μια Νότια Αφρική που βράζει και διεκδικεί μια θέση ανεξαρτησίας μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει, αλλά άραγε εξελίσσεται; Οι διαφορετικές προσωπικότητες αυτής της οικογένειας προβάλλονται κάθε φορά στο ανάλογο κεφάλαιο που τους αντιστοιχεί και έτσι ο αναγνώστης μέσω της πολυπλοκότητας της ζωής τους μπορεί να παρατηρήσει την αδυναμία τους να συμβαδίσουν με τις νέες πραγματικότητες. Το βιβλίο έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο γραφής, υφολογικά, ο οποίος σε παρασέρνει και μπορεί να σε μπερδέψει αν δεν καταλάβεις από νωρίς τα όρια που πρέπει ως αναγνώστης να θέσεις. Εγώ αντιμετώπιζα το κάθε κεφάλαιο μεμονωμένα και σε ορισμένα σημεία σταματούσα ώστε να γυρίσω ξανά πίσω για να καταλάβω τις μεταπτώσεις των ηρώων. Η μετάφρασή του είναι εξαιρετική και αξιέπαινη, λόγω της ιδιαιτερότητας που προανέφερα. Ο Galgut αναφέρει, εξ απαλών ονύχων βέβαια, τις πολιτικές εξελίξεις της Νοτίου Αφρικής στο πέρασμα των χρόνων, το ρόλο της εκκλησίας, αλλά και των ντόπιων κοινοτήτων, της συνύπαρξης και πώς αυτή πραγματώθηκε ανάμεσα σε λευκούς και μαύρους. Δυστυχώς, όμως, όσο σημαντική και αν είναι η υπόθεση του βιβλίου δεν υπάρχει κορύφωση και ως αναγνώστες μένουμε κάπως μετέωροι στο τελικό συμπέρασμα, στην κάθαρση των ηρώων με λίγα λόγια.

Είναι πλέον εμφανές, εδώ και καιρό, ότι η κάτοχος του παρόντος blog έχει μια αδυναμία στην Ιταλία. Άρα είναι λογικό οτιδήποτε κυκλοφορεί σε λογοτεχνικό επίπεδο, να το αναζητώ! Άλλωστε 5/8 ξενόγλωσσα βιβλία που διάβασα αυτό το διάστημα προέρχονται από ιταλούς συγγραφείς. Τα παρακάτω τρία βιβλία, αν και τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, είτε σε επίπεδο θεματικής, είτε υφολογικά, είτε γραφής, ομολογώ ότι τα αγάπησα πάρα πολύ! Η ανάγνωσή τους μου προκάλεσε τόσο δυνατά συναισθήματα ευφορίας, ότι επιτέλους διαβάζω μια σύγχρονη λογοτεχνία που αξίζει και έχει να προσφέρει πολλά! Δύο από τα έργα, μάλιστα, είναι γραμμένα από πάρα πολύ νέες γυναίκες και η γραφή τους, συνολικά, είναι άξια επαίνου! Σίγουρα στο μέλλον θα μας δώσουν εξίσου αριστουργηματικά δείγματα συγγραφής.

Ξεκινώ με ένα βιβλίο, το οποίο συνοδεύεται από μια φανταστική ιστορία. Είναι ένα βιβλίο που πέρασε πολλά για να βρίσκεται σήμερα στα χέρια μας και πλέον ζει μια νέα καριέρα. Αν μπορούμε να πούμε ότι ένα βιβλίο έχει και κρύβει πολλές ζωές, αυτό είναι το «Τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη» του Gianfranco Calligarich (μτφ.Δήμητρα Δότση/εκδ.Ίκαρος). Γραμμένο μόλις το 1973 είναι τόσο επίκαιρο σήμερα, που κατατάσσεται άνετα στα διαχρονικά έργα. Για όποιον έχει αγαπήσει την «Κινητή Γιορτή» του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ» του Σκοτ Φιτζέραλντ, τις ταινίες του Φελίνι La dolce vita, του Antonioni La notte αλλά και την Τέλεια Ομορφιά του Σορεντίνο, τότε θα λατρέψει και αυτό το σύντομο βιβλίο. Μικρό, αλλά τόσο δυνατό σε εικόνες και συναισθήματα! Η Αιώνια Πόλη είναι πρωταγωνίστρια (μαγικές οι σελίδες 21-24) και ο ήρωάς μας τρέχει πάνω-κάτω στους δρόμους της για να βρει το νόημα της ζωής. Δυστυχώς το τέλος του έργου είναι απρόσμενο, ωστόσο θα έλεγα συμβολικό καθώς αν δούμε την ιστορία της Ιταλίας το βιβλίο γράφεται λίγο πριν την έναρξη των anni di piombo ή αλλιώς Μολυβένιων Χρόνων, όπου για μια δεκαετία σχεδόν η χώρα σπαράζεται από την ακροδεξιά και ακροαριστερή τρομοκρατία. Ίσως το βιβλίο είναι ένα κλείσιμο του ματιού στην ανεμελιά της νεότητας, αλλά και μια υπενθύμιση για την ανάγκη αντιμετώπισης της πραγματικότητας της ωρίμανσης και ό,τι αυτή την ακολουθεί!

Τα επόμενα δύο βιβλία είναι απίστευτο πόσο αλληλένδετοι είναι οι τίτλοι τους, αν και όχι τόσο το περιεχόμενό τους. Είναι η μεταφορική χρήση των τίτλων, θα έλεγα, που συνδέονται μεταξύ τους, καθώς το υγρό στοιχείο είναι κοινό χαρακτηριστικό και δείχνει τους δύο παράλληλους κόσμους στους οποίους συνυπάρχουν οι ήρωες τους. Ο ένας στην επιφάνεια και ο άλλος στο βυθό. Οι συγγραφείς τους, ωστόσο, μοιράζονται ένα εξαιρετικό αφηγηματικό ταλέντο, καθώς η δύναμη της γραφής τους συγκλονίζει κάθε αναγνώστη! Δεν το κρύβω ότι ορισμένες φορές συγκινήθηκα, καθώς υπήρξαν στιγμές που αναφώνησα «πώς το γράφουν αυτό;».

Το πρώτο βιβλίο, δυστυχώς, δεν έχει ακουστεί τόσο πολύ όσο θα έπρεπε στη χώρα μας. Η «Βυθισμένη Πολιτεία» της Marta Barone (εκδ.Κέλευθος) είναι μια αυτοβιογραφική αφήγηση της ζωής του πατέρα της συγγραφέως, ο οποίος συμμετείχε στην ιταλική εξωκοινοβουλευτική αριστερά και στη δράση της τα χρόνια ’68-’80. Η ιστορία των Μολυβένιων Χρόνων της Ιταλίας είναι κάπως άγνωστη στους μη μυημένους στη χώρα μας (και λογικό). Η βία και η τρομοκρατία, τόσο από την ακροδεξιά όσο και από την ακροαριστερά, οι κοινωνικές αναταραχές και ο αναβρασμός, οι απεργίες, η ζωή στα εργοστάσια του Βορρά, ο πόλεμος της Μαφίας με τη δικαιοσύνη στη Σικελία, όλα αυτά  μαζί με τα θύματα και τους θύτες, τις ματαιώσεις ιδεολογιών και ονείρων περνούν μπροστά από τα μάτια μας σ’ αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο.  Η πρωτοπρόσωπη  ημερολογιακή της αφήγηση, διακόπτεται από διάφορα αφηγηματικά flash back γεγονότων  από τον πατέρα της θέλοντας  έτσι να δώσει μια επιπλέον ζωντάνια στην ήδη δυνατή πλοκή της. Το βιβλίο είναι ένα ταξίδι αναζήτησης και το ίδιου του εαυτού της συγγραφέως, η οποία επαναπροσδιορίζει πάρα πολλά ανακαλύπτοντας το παρελθόν ενός άγνωστου σ’ αυτήν πατέρα. Είναι ένα πολιτικό βιβλίο; Ναι και όχι. Κυρίως όμως είναι ένα ανθρώπινο βιβλίο! Το έργο της Barone  έτυχε της εξαιρετικής μετάφρασης της καθηγήτριας Κωνσταντίνας Γερ. Ευαγγέλου, η οποία στο παρελθόν έχει γράψει μια συγκλονιστική μελέτη σχετικά με «Το κοινωνικό περιθώριο στο ελληνικό και ιταλικό μεταπολεμικό μυθιστόρημα. Όροι και προϋποθέσεις για μια κοινωνιολογική ανάγνωση της σύγχρονης λογοτεχνίας». Αναγνώσματα που θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν την οπτική μας πάνω στο βιβλίο είναι η σημαντική μελέτη της Βασιλικής Πέτσα  «Όταν γράφει το μολύβι: Πολιτική βία και μνήμη στη σύγχρονη ελληνική και ιταλική πεζογραφία», αλλά και το υπέροχο μυθιστόρημα «Φλογοβόλα» της Rachel Kushner. Τέλος, μια ταινία που αποτυπώνει το κλίμα της εποχής είναι το La meglio gioventu.

Το δεύτερο βιβλίο το περίμενα από την προηγούμενη χρονιά με αγωνία! Το ιταλικό βραβείο Campiello, όπως φυσικά και το Strega, δεν περιέχουν τυχαίες αναγνωστικές επιλογές. Και τα δύο λοιπόν είχαν στη λίστα τους το βιβλίο της Giulia Caminito «Το νερό της λίμνης δεν είναι ποτέ γλυκό» (εκδ.Διόπτρα). Για μια ακόμη φορά η Δήμητρα Δότση μας δίνει την ευκαιρία, με την χαρισματική μεταφραστική της ικανότητα, να γνωρίσουμε την Γκάια και τη ζωή της στα προάστια της Ρώμης στα τέλη της δεκαετίας του ’90 έως και την πρώτη δεκαετία του 2000. Είναι ένα βιβλίο σύγχρονο, που αναφέρεται στις ευκαιρίες που δίνονται ή καλύτερα δημιουργούνται για τους ανθρώπους διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων. Έχει τη δυνατότητα να ξεφύγει κάποιος από την μοίρα του λόγω της τάξης που ανήκει; Και τι σημαίνει αυτό; Δεν είναι ένα βιβλίο ρομαντικό, ούτε έχει πρωταγωνίστρια τη Ρώμη. Είναι ένα βιβλίο σκληρό! Για πρώτη φορά έρχομαι αντιμέτωπη με ένα έργο που αναφέρεται σε ένα κοντινό και οικείο σε έμενα παρελθόν, καθώς με την ηρωίδα είμαστε συνομήλικες. Οι κοινωνίες πάνω-κάτω, των δύο χωρών, δεν διαφέρουν και είναι πολύ σημαντικό ότι η συγγραφέας με σκληρή ειλικρίνεια δείχνει τον τρόπο επιβίωσης μικρών και μεγάλων σε μια ψυχρή πραγματικότητα, η οποία περιέχει ακραία ανέχεια ή ακραίο πλούτο. Υπάρχουν αρκετοί συμβολισμοί στο βιβλίο, αλλά η δυναμικότητα των χαρακτήρων ώρες-ώρες σε συγκλονίζει ( ή και σε «πνίγει»). Βέβαια, η γραφή της μπορεί να κουράσει σε κάποια σημεία, λόγω της πολυλογίας της, αλλά και αυτό παίζει ρόλο στο να κατανοήσουμε τους ήρωες του βιβλίου. Υφολογικά μου θύμισε τη Nadia Terranova από το εξίσου αγαπημένο «Αντίο φαντάσματα» (μτφ.Δήμητρα Δότση/εκδ.Μεταίχμιο).

<<>>

Ένα πυκνογραμμένο blogpost έφτασε στο τέλος του!

Εύχομαι ολόψυχα να αναζητήσετε κάποιες από τις παραπάνω επιλογές βιβλίων και να περάσετε το ίδιο όμορφα αναγνωστικά, όπως έκανα και εγώ!

Σας ευχαριστώ πολύ για μια ακόμη φορά που διαβάζετε και επισκέπτεστε το Mon petit Café de Humanite!

Στο fun page του blog στο Facebook μπορείτε να συνεχίσετε να βλέπετε οτιδήποτε προτάσεις ξεχωρίζω από το χώρο του Πολιτισμού, των Γραμμάτων & των Τεχνών!Μας ακολουθείτε φυσικά και στο Instagram!

Κάπου εδώ σας αφήνω & σας στέλνω τις πιο όμορφες καλοκαιρινές ευχές!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s